GREEK ISLAND*

GREEK ISLAND*

*συνθηματική ονομασία μυστικού καταφυγίου του Αμερικάνικου Κογκρέσου

*code name of the secret bunker built to shelter the United States Congress members

Π. Ρηγοπούλου ΔΟΚΙΜΙΟ / P. Rigopoulou ESSAY


ΔΕΣΜΩΤΕΣ



Στο πλατωνικό σπήλαιο μια ομάδα από δεσμώτες βρίσκονται αλυσοδεμένοι. Οι άνθρωποι αυτοί γεννήθηκαν ελεύθεροι αλλά περνούν έγκλειστοι την ζωή τους. Η φυλακή αυτή  θα μπορούσε  να είναι μια  αλληγορία του πολιτισμού μας. Ιδωμένη από κάποια απόσταση, κάθε κοινωνική πραγματικότητα  μοιάζει με  φυλακή, που οι σπουδαιότεροι πολιτικοί, στοχαστές, καλλιτέχνες ή επιστήμονες δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να χρυσώνουν τις αλυσίδες της και να αναπλάθουν τα ντουβάρια.
Όμως χώροι σαν αυτόν της οδού Κοραή υπάρχουν για να μας θυμίζουν  ότι  οι γενικές ιδέες, ακόμα και αν εκφράζουν μιαν αλήθεια, δεν μπορούν να μιλήσουν την φρίκη όταν αυτή  μιλά σε πρώτο πρόσωπο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάθε δεσμωτήριο μυρίζει θάνατο και απόδραση. Και ακόμη χειρότερα, δηλώνει ότι συνήθως η μόνη τελική απόδραση είναι ο θάνατος. Ο δεσμώτης, που είναι ο Σωκράτης για τον Πλάτωνα, ο εγκόσμιος χωρίς φωτοστέφανο Χριστός για τον Ράιχ, επιστρέφει στο δεσμωτήριο για να μαρτυρήσει την αλήθεια και ανταμείβεται με το μαρτύριο.
Οι δεσμώτες όμως που μαρτύρησαν σε αυτόν εδώ τον τόπο διαφέρουν. Αυτό που τους κρατά φυλακισμένους δεν είναι κάποια συμβολική εξουσία που ηγεμονεύει θέλγοντας και εξαπατώντας. Όσο για τα θεάματα που παρακολουθούν λάιβ αυτοί οι νεκροζώντανοι, δεν είναι  οι σκιές από τα «θαύματα» του πλατωνικού σπηλαίου, αλλά  τα πρόσωπα των δημίων τους,  τα όργανα του σωφρονισμού τους ή το δικό τους βασανισμένο, λιωμένο σώμα. Και δίπλα σ’ αυτά, οι δεσμώτες είναι υποχρεωμένοι να ακούν τα άλλα, τα ακροάματα,  που είναι  τα ουρλιαχτά από τα βασανιστήρια των συντρόφων τους. Το θέαμα δεν προσφέρεται  μόνο στα μάτια αλλά και στα αυτιά τους, Νάρκισσος και Ηχώ μαζί, σε ένα ρέκβιεμ αδιανόητων ηχοχρωμάτων, που η ταραγμένη φαντασία τους  καλείται να το ανασυνθέσει προσδίδοντάς του την φρίκη της γενικής και της πολύ προσωπικής τους μοίρας.
Κανείς δεν μπορεί να πει πόσοι δεν άφησαν το δεσμωτήριο αυτό παρά μόνον για να βρουν το θάνατο. Θυμάμαι την ιστορία  ενός  σαμποτέρ, που νομίζω πως τον έλεγαν Αδάμ. Αγράμματος λαϊκός ψαράς και λαμπρός καταδύτης, κατάφερε πριν πιαστεί να στείλει στον υγρό τάφο γερμανικά πλοία πολλών χιλιάδων τόνων κολλώντας «χελώνες» νάρκες στα ύφαλά τους. Πιάστηκε, βασανίστηκε σε κάποια υπόγεια σαν κι αυτά εδώ και, στο φορτηγό που τον πήγαινε  για το απόσπασμα, ζήτησε από τον παπά τελευταία χάρη να του δέσει τα κορδόνια. Δραπέτευσε δυο φορές μπροστά στις κάνες του αποσπάσματος. Τον πιάσαν και ενώ επιχειρούσε αμετανόητος  να ξαναδραπετεύσει, τον  γάζωσαν  με το οπλοπολυβόλο.  
Αμετανόητος ως το τέλος. Αποφασισμένος να μην τελειώσει δεσμώτης. Τι ένιωθαν άραγε όσοι  άφησαν το αποτύπωμά τους σ’ αυτούς εδώ τους τοίχους; Κανείς δεν μπορεί να πει. Όμως καθώς κοιτάμε κάποιες από τις σωσμένες επιγραφές, η ασέβεια της παρανάγνωσης ανοίγει δρόμους στην φαντασία που καλύπτει το κενό της μνήμης. ΣΑΛΤΑ- ΔΩΡΟΣ: Το παλικάρι που σαλτάριζε στα γερμανικά φορτηγά για να  κάνει δώρο στους λιμοκτονούντες συνανθρώπους μια κουραμάνα. Δώρο με τη ζωή του. Κάποιος άλλος χαιρετά το ΠΑΝΚΡΑΤΙ. Τη γειτονιά του. Είτε ίσως τον άλλο τόπο που όποιος τον αγγίξει το ΠΑΝ ΚΡΑΤΕΙ. Ενώνει το πάν και μας το προσφέρει.                       

Πέπη Ρηγοπούλου




PRISONERS



In the Platonic cave there is a group of chained prisoners. These people were free-born but spent their lives in confinement. Their prison could be an allegory of our civilization. Seen from a distance, every social reality resembles a prison, and the greatest politicians, thinkers, artists or scientists seem to be doing nothing more than gold-plating its chains and rebuilding its walls.
But spaces like the one at Korai Street are there to remind us that general ideas, even if they express a truth, cannot bespeak of the horror when the horror speaks in the first person. There is no doubt that a prison has a smell of death and escape. Worse still, it signifies that the only ultimate escape is quite often death. The prisoner –Plato’s Socrates, Reich’s earthly Christ deprived of his halo–  returns to prison to testify about the truth and is rewarded with martyrdom.
 But the prisoners that suffered martyrdom in this place are different. What keeps them in prison is not a symbolic power ruling by charm and deception. As for the spectacles these living-dead are watching live, they are not the shadows of the Platonic cave’s “miracles” but the faces of their hangmen, the instruments of their torture or their own agonizing, emaciated bodies. Along with these, prisoners are forced to listen to the rest, the audibles, the screams of their tortured companions. The spectacle is destined not only for their eyes but also for their ears. Narcissus joins Echo in a requiem of incredible tonalities, their troubled imagination is asked to recompose and lend it the horror of the general and their very personal fate.
  No one can tell how many have left this prison just to find death. I remember the story of a saboteur, I think his name was Adam. A common, illiterate fisherman and a first-rate diver who managed, before he was caught, to send to their water grave heavily armored German battleships by attaching limpet mines to the ships’ bottom. He was caught, tortured in basements like these and in the truck that was taking him to the firing-squad his last request to the priest was that he tie his shoelaces for him. He escaped twice before the barrels of the firing-squad. Unrepented, he was caught again and in the midst of his last attempt to to flee he was riddled with machine gun bullets.
  Unrepented till the very end.Determined not to die as a prisoner.What were the feelings of those who left their imprint on these walls? No one can tell. But when we look at some of the remaining inscriptions, the blasphemous misreading opens the way to our imagination, so that it can make up for memory’s gaps. “SALTA-DOROS”: the young guy who was jumping (saltarise) in the German trucks to offer a gift (doro) of army bread to his starving fellow men. His life as a gift. Somebody else waves to PANKRATI: his neighborhood. Or perhaps to this other place where one HOLDS ALL (pan kratei); where one unites all and bestows it to us.

Pepi Rigopoulou